Σημειώστε αυτό το όνομα γιατί σίγουρα θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Ακούμε συχνά πυκνά περί αναβίωσης παλιών, ξεχασμένων μαρκών που κάποτε μεσουρανούσαν στον κόσμο των ρολογιών για να χαθούν αργότερα στη λήθη. Η Niton είναι μία τέτοια περίπτωση. Μόνο που η επανεκκίνησή της δεν βασίζεται στη νοσταλγία. Βασίζεται στη μνήμη, στην έρευνα και κυρίως σε μια βαθιά κατανόηση του τι σημαίνει σήμερα υψηλή ωρολογοποιία.

Η εταιρεία Niton ιδρύθηκε το 1919 από τον ωρολογοποιό Auguste Jeannet και τους Alfred Bourquin και Edouard Morel – πρώην στελέχη της Vacheron & Constantin. Διακρίθηκε για τους εξαιρετικά λεπτούς και ιδιαιτέρων σχημάτων μηχανισμούς της και για την καλλιτεχνική μηχανική της προσέγγιση. Το όνομα Niton προέρχεται από τις Pierres du Niton (Πέτρες του Νίτωνα), δύο μεγάλους γρανιτένιους ογκόλιθους στη λίμνη της Γενεύης (Λεμάν) κοντά στην προκυμαία Gustave-Ador. Πρόκειται για παγετωνικά υπολείμματα που μεταφέρθηκαν από τον παγετώνα του Ροδανού πριν από περίπου 18.000 χρόνια και ιστορικά αποτελούν το θεμέλιο λίθο για τη μέτρηση του υψομέτρου στην Ελβετία. Συμβολίζουν τη σταθερότητα, την ακρίβεια, την ταυτότητα.

Στις δεκαετίες του 1920 και 1930 η Niton προμήθευε με μηχανισμούς κορυφαία ονόματα του κόσμου της ωρολογοποιίας, όπως η Patek Philippe, η Cartier, η Chopard και η Van Cleef & Arpels, ενώ παράλληλα υπέβαλε μεγάλο αριθμό μηχανισμών της προς πιστοποίηση για τη Σφραγίδα της Γενεύης, κατακτώντας κορυφαίες θέσεις σε διαγωνισμούς χρονομετρίας. Το 1928 κατοχύρωσε μια ιδιαίτερη ένδειξη jumping hour, μια «ψηφιακή» αποδόμηση του χρόνου που συνδύαζε μηχανική εφευρετικότητα με avant-garde αισθητική. Αυτό το στοιχείο γίνεται σήμερα ο θεμέλιος λίθος της αναγέννησης της μάρκας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ένδειξη jumping hour γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μια αξιοσημείωτη επιστροφή, καθώς όλο και περισσότερες σύγχρονες manufactures εξερευνούν και πάλι αυτή την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική απεικόνισης του χρόνου.

Η τυχαία ανακάλυψη που άλλαξε τα πάντα
Η σύγχρονη επιστροφή της Niton ξεκίνησε σχεδόν τυχαία. Ο Yvan Ketterer, ερευνώντας το οικογενειακό του δέντρο, ανακάλυψε τον George Ketterer – πρώην πρόεδρο της Vacheron & Constantin, ο οποίος είχε εμπλακεί με τη Niton. Το brand δεν ήταν πλέον κατοχυρωμένο. Η ευκαιρία ήταν εκεί και την άρπαξε. Μαζί με τον Leopoldo Celi, με τον οποίο μοιράζεται πολυετή διάλογο γύρω από την ωρολογοποιία, αναγνώρισαν αμέσως τη δυναμική ενός ονόματος με πραγματική ιστορία, σαφή ταυτότητα και αυθεντική δημιουργική βάση.

Καθοριστική στιγμή υπήρξε η από κοινού αγορά ενός σπάνιου Niton jumping-hour της δεκαετίας του 1920. Αυτό το συλλεκτικής αξίας κομμάτι αποτέλεσε ουσιαστικά τη δέσμευση των δύο εταίρων για τη δημιουργία της μάρκας. Αυτό το ρολόι είναι και το πρώτο έκθεμα του νέου μουσείου της Niton και συμβολίζει τη γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Η επιστροφή της Niton εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναγέννηση ανεξάρτητων manufactures, οι οποίες επαναπροσδιορίζουν σήμερα την έννοια της σύγχρονης υψηλής ωρολογοποιίας.

PRIMA: Το Πρώτο Κεφάλαιο
Πώς ξεκινάει λοιπόν η νέα εποχή της Niton; Με το Prima, ένα ρολόι σε εξαιρετικά περιορισμένη έκδοση μόλις 38 κομματιών, εκ των οποίων τα 19 είναι κατασκευασμένα από πλατίνα και τα υπόλοιπα 19 από ροζ χρυσό. Γιατί αυτό το νούμερο; Γιατί 19 και 19 συνθέτουν το έτος ίδρυσης του οίκου. Η αισθητική του παραμένει πιστή στη φιλοσοφία της jumping hour ένδειξης, αλλά η εκτέλεσή της γίνεται με απόλυτα σύγχρονους όρους. Στο επάνω μέρος του καντράν, στο 12, ένα άνοιγμα αποκαλύπτει ψηφιακά την ώρα, ενώ στο κέντρο ένας περιστρεφόμενος δίσκος υποδεικνύει τα λεπτά. Στο 6 ένας λεπτός δείκτης δευτερολέπτων ολοκληρώνει τη σύνθεση, δημιουργώντας μια διάταξη που θυμίζει regulator, αλλά με έντονη γραφιστική ταυτότητα.

Η κάσα, με διαστάσεις 27 x 35,5 χιλιοστά και πάχος μόλις 7,9 χιλιοστά, αποπνέει διακριτική κομψότητα και αποδεικνύει ότι η Niton δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει μέσω της υπερβολής, αλλά μέσω της ισορροπίας. Το σατινέ και γυαλισμένο φινίρισμα των επιφανειών, το κρύσταλλο ζαφειριού με αντι-ανακλαστική επίστρωση και το λουράκι από δέρμα μοσχαριού συνθέτουν ένα σύνολο που αποπνέει την αίσθηση ενός αντικειμένου φτιαγμένου για να διαρκέσει.

Στο εσωτερικό του ρολογιού βρίσκεται ο νέος κουρδιστός μηχανισμός NHS01, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για το συγκεκριμένο μοντέλο. Η αρχιτεκτονική του, με το χαρακτηριστικό σχήμα που ακολουθεί τις γραμμές της κάσας, αποτελεί μια σαφή αναφορά στους ειδικών σχημάτων μηχανισμούς για τους οποίους ήταν γνωστή η Niton στο παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα εκφράζει μια βαθύτερη σχεδιαστική αρχή. Εδώ, η μορφή δεν επιβάλλεται στη λειτουργία, αλλά γεννιέται από αυτήν, ακολουθώντας πιστά τη φιλοσοφία “form follows function”. Κάθε γέφυρα, κάθε αναλογία και κάθε λεπτομέρεια υπάρχουν επειδή εξυπηρετούν έναν σκοπό, δημιουργώντας έναν μηχανισμό με έντονη οπτική ταυτότητα και εσωτερική συνοχή.

Ο μηχανισμός αυτός δεν ξεχωρίζει μόνο για την αισθητική του, αλλά και για τις επιδόσεις του. Διαθέτει απόθεμα ισχύος 72 ωρών, λειτουργεί σε συχνότητα 28.800 ταλαντώσεων ανά ώρα και είναι εξοπλισμένος με μπαλανσιέ μεταβλητής αδράνειας και σπείρα Breguet, στοιχεία που συναντά κανείς σε μηχανισμούς υψηλής ωρολογοποιίας.

Αυτό που καθιστά όμως την επιστροφή της Niton πραγματικά εντυπωσιακή είναι το επίπεδο των πιστοποιήσεων που συνοδεύουν το πρώτο της σύγχρονο ρολόι. Ο μηχανισμός φέρει τη Σφραγίδα της Γενεύης, μια από τις αυστηρότερες διακρίσεις στον κόσμο της ωρολογοποιίας, η οποία εγγυάται όχι μόνο την προέλευση, αλλά και το επίπεδο φινιρίσματος κάθε εξαρτήματος. Παράλληλα, είναι πιστοποιημένο χρονόμετρο σύμφωνα με το πρότυπο ISO 3159. Με τον τρόπο αυτό, η Niton γίνεται η πρώτη ανεξάρτητη μάρκα που παρουσιάζει το πρώτο της σύγχρονο μοντέλο με αυτές τις δύο διακρίσεις ταυτόχρονα, θέτοντας εξαρχής τον πήχη σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο.

Η εμπειρία του χρήστη ενισχύεται από δύο διακριτικές αλλά ουσιαστικές λειτουργίες. Κάθε φορά που αλλάζει η ώρα, ένας μικρός μηχανισμός παράγει έναν ανεπαίσθητο μηχανικό ήχο, χάρη σε ένα σφυράκι που χτυπά ένα γκονγκ στο εσωτερικό της κάσας. Παράλληλα, κατά τη ρύθμιση της ώρας, ο δείκτης των δευτερολέπτων σταματά ακριβώς στο τέλος της περιστροφής του, επιτρέποντας απόλυτα ακριβή συγχρονισμό.

Η Niton επιστρέφει όχι επιχειρώντας να αναπαραγάγει το παρελθόν αλλά συνεχίζοντας μια ιστορία ακολουθώντας το παράδειγμα μιας νέας γενιάς ανεξάρτητων δημιουργών που δίνουν σήμερα νέα πνοή στην υψηλή ωρολογοποιία. Σε μια εποχή όπου πολλές ιστορικές μάρκες αναβιώνουν κυρίως ως εμπορικά projects, η Niton δείχνει να αντιμετωπίζει τη δική της επιστροφή ως μια πράξη συνέχειας, εξέλιξης. Ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της αναγέννησης. Ότι η Niton δεν προσπαθεί να πείσει ότι υπήρχε πάντα εκεί. Αντίθετα, αποδέχεται τη σιωπή της και επιστρέφει με έναν τρόπο που δείχνει ότι ο χρόνος, ακόμη και όταν περνά, μπορεί να αποκτήσει ξανά φωνή.













